Loading color scheme

Πίσω απ’ το φως της μουσικής που ταξιδεύεις .. είσαι ολόκληρη αργεντίνικο τανγκό

TPL_IN

Ο Συριανός Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος και επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έλεγε μεταξύ άλλων για τη δουλειά του: «Ποιο είναι, όμως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Όσα μας συμβαίνουν είναι απείρως πιο σημαντικά από όσα γράφουμε - αλλά δεν τα υπολογίζουμε.

Όταν γράφω για ένα ζήτημα που με καίει, νομίζω πως θα βγει κάτι καλό -μια μπαλάντα, ας πούμε-αλλά σιγά-σιγά αρχίζω να αρρωσταίνω. Έχω εδώ και πολλά χρόνια την εντύπωση πως γράφω μέσα σε μιαν ομίχλη. Χωρίς να με κυνηγάει κανενός το αίμα, όποτε γράφω, ζω τις νύχτες του Μακμπέθ. Κακά, όμως, τα ψέματα: γράφω γιατί έτσι δίνω παράταση στη ζωή μου».

 

 

“Το να ελπίζεις δεν είναι ντροπή. Είναι όμως ήττα να μην ελπίζεις” είχε πει σε συνέντευξή του, ο Μάνος Ελευθερίου.

 

 

 Γι’ αυτό κι εγώ πάντα πεζός και ασκεπής
ως ύψιστη τιμή και χρέος
και με το σκούρο πένθιμο κοστούμι μου
έτσι ακολουθώ περίλυπος τα μάταια
και τ’ ακριβά του κόσμου ετούτου
φίλους, ελπίδες, προσδοκίες
κι έτσι φιλώ ώς και τις λάσπες απ’ τα πόδια τους
ανθρώπων που αγάπησα.

| Οι ασκεπείς Μεγάλοι Δούκες της Ρωσίας | Τρία ποιήματα | Edizioni Fratelli Sublimi, Αθήνα 2018 |

 

 Πίσω απ’ το φως της μουσικής που ταξιδεύεις
είσαι ολόκληρη αργεντίνικο τανγκό
Και μήτε στ’ όνειρό σου πια δε με γυρεύεις
όπως παλιά μ’ ένα σκοπό χερουβικό

Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος
Και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός
άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος
κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός


| Τα λόγια και τα χρόνια • Τα τραγούδια 1963 - 2013 | εκδόσεις Μεταίχμιο |

 

 

Τα ποιήματά του που έγιναν τραγούδια και κυκλοφόρησαν από το 1963 έως το 2013 περιλαμβάνει η έκδοση «Τα χρόνια και τα λόγια». Για όσους παραβρέθηκαν στην παρουσίαση αυτού του βιβλίου που έγινε στις 12 Δεκεμβρίου 2013, ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε ένα κείμενο που δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Και λες ότι ανάμεσα στις αράδες του κρύβονται οι απαρχές των στίχων του. Η αδυσώπητη επαρχία, οι μοναχικοί άνθρωποι, τα στενεμένα όνειρα, τα «στεγνά» ζευγάρια, το κρύο στα Γιάννενα, εκεί όπου έκανε τη θητεία του. Το κείμενο αυτό παραχώρησε στα «ΝΕΑ» η αδελφή του Λιλή Ελευθερίου.

Αργά τη νύχτα όταν τελειώσουν οι νοσοκόμες τη βάρδια τους

Και περιμένουν εκείνες που θα πάρουν τη θέση τους.

Αργά τη νύχτα όταν οι άρρωστοι παρακαλούν να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

(Προσεύχεσθε καμμιά φορά για τους αρρώστους, προσεύχεσθε καμμιά φορά για τους γιατρούς, τα άσπρα ράσα – τα γιατρουδάκια, τις νοσοκόμες και τους συγγενείς που τους παραστέκουν. Προσεύχεσθε για τη ζωή πάνω απ’ το χώμα.)

Αργά τη νύχτα όταν επιστρέφουν από τις ερημιές οι ταξιτζήδες με την ψυχή στο στόμα που γλίτωσαν το μαχαίρωμα από ψυχοπαθείς, από ληστές κι από τυραννισμένους ναρκομανείς.

Αργά τη νύχτα όταν κλείνουν τα πορνεία και γίνονται οι λογαριασμοί σε μαθητικά τετράδια: τόσα για νοίκι, τόσα για έξοδα και μισθούς, τόσα για σένα – για μένα τίποτα.

Αργά τη νύχτα, μετά την παράσταση, όταν τρέχουν οι γέροι ηθοποιοί ξεφυσώντας για να προλάβουν τα λεωφορεία.

Αργά τη νύχτα, πολύ αργά, όταν οι δικτάτορες δεν έχουν ύπνο και σε μια παράκρουση βλέπουν σε κάποιο δίσκο το κομμένο κεφάλι της Μαρίας Αντουανέτας να τους μιλάει στα γαλλικά και να τους εξιστορεί την ασυδοσία που επικρατεί στον Κάτω Κόσμο – Κι εκείνοι δεν καταλαβαίνουν παρά μόνο τα μισά απ’ όσα λέει, γιατί όταν ήταν μαθητές κορόιδευαν τις δασκάλες των γαλλικών και εν τούτοις περνούσαν τις τάξεις με μέσον και ξαφνικά –

ξαφνικά το χαλασμένο μάτι τους από έκρηξη παλιάς οβίδας γυαλίζει επικίνδυνα και γεμίζει δάκρυα ασημένια, βλέποντας σε μια εφημερίδα το σκίτσο της ημέρας. Να συλληφθεί αμέσως ο αλήτης, φωνάζει. Να συλληφθεί, να συλληφθεί αμέσως το καθοίκι, ο σκιτσογράφος –

και τι διάολο κάνουν τόσοι χαραμοφάηδες που τους ξεφεύγουν τέτοιες ντροπές, να συλληφθούν κι αυτοί μαζί κι αμέσως να περάσουν από λαϊκό δικαστήριο και να αποδοθεί δικαιοσύνη με συνοπτικές διαδικασίες, τα τσογλάνια, οι αλήτες.

Και το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας σκίζεται στα τέσσερα και πέφτει λυσσασμένα κόκκινο χαλάζι στα παράθυρα, που είχε να βρέξει τριάντα χρόνια σ’ αυτή τη χώρα

και τρέχουν οι φρουροί πανικόβλητοι κυνηγώντας το τίποτα κι ακουμπάνε το αυτί τους στην πόρτα του μήπως κι ακούσουν έστω ένα όνομα.

Αργά τη νύχτα και αργά τις νύχτες όταν αρχίζει να πέφτει κι εδώ το ψιλό χιονόνερο, σαν ρύζι από μπαμπάκι, όπως πέφτει στα Γιάννενα επί μέρες.

Ενας ηλικιωμένος βιβλιοπώλης στην άγρια επαρχία του μόλις τέλειωσε εξουθενωμένος τους λογαριασμούς του και σέρνεται προς το σπίτι του πεινασμένος. Βιβλία δεν πουλιούνται πια. Κουράστηκε ο κόσμος. Κουράστηκε το έθνος.

Πρέπει ν’ αγοράσει ένα μηχάνημα και να βγάζει κι αυτός φωτοτυπίες, όπως τόσοι άλλοι συνάδελφοί του. Πώς δεν το αποφάσιζε τόσα χρόνια. Γιατί να μην πουλάει κι αυτός παιχνίδια και παραμύθια για τα παιδιά, όπως τόσοι άλλοι. Πώς δεν το σκέφτηκε.

Από αύριο, λοιπόν, από μεθαύριο κιόλας.

Να προλάβει μόνο, γιατί σε λίγο καιρό θα κοιμούνται οι πολίτες ευτυχισμένοι επιτέλους για πάντα σε τάφους ομαδικούς στους δημόσιους κήπους και σε χαντάκια, σκεπασμένοι πρόχειρα με πέτρες και κλαδιά.

(Αν επιζήσει σε ειρηνικούς καιρούς θα γράψει και αναμνήσεις. Απ’ τον καιρό που πήγαινε στο σχολείο και ξεκινούσε μικρό παιδί για να φθάσει μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο μέσα στο χιόνι, κρατώντας κι ένα κούτσουρο για τη σόμπα της τάξης του. Ωσπου θα φτάσει και στη σημερινή κατάσταση της χώρας του. Θα αναλύσει πρώτα την παγκόσμια οικονομία των τελευταίων χρόνων και θα αναλύσει την παρακμή του έθνους των Ελλήνων αφήνοντας όμως πολλές ελπίδες και προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή. Θα διυλίσει κάθε πολιτικό περιστατικό της πατρίδας του. Μεγάλη επιτυχία. Η Ακαδημία Αθηνών θα τον βραβεύσει. Η γυναίκα του δίπλα του με το ωραίο μεταξωτό της φόρεμα και με γάντια και καπελάκι, όλα ραμμένα επιτούτου, θα αναστενάζει και θα ζει στιγμές ανάτασης.)

 

 

 

 

 

Χ Μ