Loading color scheme

21 Ιουνίου - Γιορτή του πατέρα

TPL_IN

Η πρώτη γνωστή ιστορικά περίπτωση οργανωμένου εορτασμού της Ημέρας του Πατέρα έλαβε χώρα στο Φέαρμοντ της Δυτικής Βιρτζίνιας των Ηνωμένων Πολιτειών στις 5 Ιουλίου 1908.

Διοργανώθηκε από την Γκρέις Γκόλντεν Κλέιτον (Grace Golden Clayton), η οποία ήθελε να γιορτάσει προς τιμήν των 210 νεκρών πατέρων που έχασαν τη ζωή τους σε ορυχείο στην αποκαλούμενη Τραγωδία του Μόνονγκα (Monongah Mining disaster) μερικούς μήνες πριν στο Μόνονγκα της Δυτικής Βιρτζίνιας, τον Δεκέμβριο του 1907.

Το πρώτο νομοσχέδιο που πήγε στο αμερικανικό Κογκρέσο και αφορούσε στην επισημοποίηση της Γιορτής του Πατέρα το 1913 καταψηφίστηκε λόγω φόβων περί εμπορευματοποίησης της εορτής.

Ύστερα από μερικές ακόμα αποτυχημένες προσπάθειες ανάδειξης της εορτής, το 1966 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον εξέδωσε το πρώτο προεδρικό διάταγμα που τιμούσε επισήμως τους πατέρες, και καθιέρωνε την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου ως Ημέρα του Πατέρα.




Γιάννης Βαρβέρης, Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω…



Στέλιος Μαφρέδας, Οι ρόζοι του χεριού

Όταν βγαίναμε απ’ το σπίτι
τον κρατούσα πάντοτε από το
μικρό δάχτυλο του χεριού του.
Ο πατέρας μου! ψιθύριζα
καθώς συγχρόνιζα το βήμα μου με το δικό του
και του χάιδευα τους ρόζους.
Καμάρωνα που ήταν τόσο σκληροί.
Σκληροί, σαν τη ζωή μας…


Κωστής Παλαμάς, Οι πατέρες

Παιδί, το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας –
κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.
Κι αν είναι
κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δένδρα
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόψ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει,
κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να σ’ το πει, μια ιδέα να σ’ το προστάξει,
κορόνα ιδέα, ιδέα σπαθί που θα είν’ απάνου απ’ όλα.


Τίτος Πατρίκιος, Επάγγελμα πατρός ηθοποιός

Αχ να γινόταν πάλι να με πάρεις απ’ το χέρι
να με βγάλεις από τούτο το λαγούμι
όπου οι άνθρωποι μυρίζονται ανθρώπινο κρέας
να με πήγαινες όπως τότε στην ακροθαλασσιά
κάτω από τα κτίρια των παιδικών εξοχών,
τότε που σε περίμενα να παραπονεθώ
έστω να πω ότι η προϊσταμένη
κρατούσε τα γλυκά που μου ‘φερνες
κι αντί γι αυτό κοιτούσα μαγεμένος
τα καινούρια λαστιχένια σου παπούτσια.
Πατέρα δεν έμαθες ποτέ
σε τι κόλαση με είχατε βάλει
τι μου ‘καναν τ’ άλλα τα παιδιά
που όλη τη μέρα με λέγαν «θεατρίνα»
κι εγώ, πνίγοντας τα κλάματα, τα ‘βαζα με σένα
με το Θεό, μ’ όλους, που δεν είχες
μια δουλειά της προκοπής, ει δυνατόν ένα γραφείο.
Ντρεπόμουνα για το επάγγελμά σου
όπως τώρα καμαρώνω, τώρα
που κάθε πρωί κινάω για την κοινή σκλαβιά
του ασήμαντου γραφείου μου.

 

Μουστάκη Χριστίνα